Τα πετρελαιοφόρα δεξαμενόπλοια, γνωστά και ως «crude tankers» συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα εμπορικά πλοία που χρησιμοποιούνται σήμερα. Για την κατασκευή τους χρησιμοποιείται ευρέως χάλυβας υψηλής αντοχής, ενώ σε αυτά έχει ενσωματωθεί τεχνολογία υψηλού επιπέδου. Το αργό πετρέλαιο τοποθετείται στις δεξαμενές, στις οποίες χωρίζεται το κύτος του σκάφους με εγκάρσιες και διαμήκεις φρακτές.
Με αυτόν τον τρόπο, οι δεξαμενές διακρίνονται σε κεντρικές και πλευρικές. Σε καθεμιά από αυτές καταλήγουν σωλήνες του δικτύου αναρρόφησης-πλήρωσης του αργού πετρελαίου, η διακίνηση του οποίου επιτυγχάνεται με μεγάλες αντλίες φορτίου, παροχής της τάξης των 3.000-4.000 κ.μ. ανά ώρα (σπανιότερα η παροχή των αντλιών αυτών μπορεί να υπερβαίνει τα 10.000 κ.μ. ανά ώρα).
Μία μέθοδος για τον περιορισμό των κινδύνων είναι η πλήρωση των κενών δεξαμενών με αδρανές αέριο (inert gas). Δεδομένου ότι απαιτείται μεγάλη ποσότητα αερίου, αυτό προέρχεται από τα καυσαέρια των λεβήτων ή των προωστήριων μηχανών diesel, ή ακόμη και από ειδικές γεννήτριες παραγωγής αδρανών αερίων (inert gas generators). Τα αέρια αυτά περιέχουν άζωτο σε ποσοστό 77%, διοξείδιο του άνθρακα 13% και άλλα αδρανή στοιχεία, ενώ η περιεκτικότητά τους σε οξυγόνο είναι πολύ χαμηλή (περίπου 3%).
Πρέπει να σημειωθεί ότι η έλλειψη οξυγόνου συντελεί και στον σημαντικό περιορισμό της εσωτερικής διάβρωσης της σιδερένιας κατασκευής των δεξαμενών. Στους τύπους αυτών των πλοίων προβλέπονται επίσης ανεξάρτητες δεξαμενές έρματος (μόνιμου έρματος), τόσο για τον πλήρη διαχωρισμό του έρματος από το φορτίο, όσο και για τον κατάλληλο ερματισμό του πλοίου όταν αυτό ταξιδεύει άφορτο.
Πηγή: Οι πληροφορίες για το παραπάνω άρθρο αντλήθηκαν από το βιβλίο «Στοιχεία Ναυπηγίας» του Εμμ. Ν. Ζωγραφάκη (Εκπαιδευτική Έκδοση Ιδρύματος Ευγενίδου, Αθήνα 2024).







