Με τη ναύλωση ενός πλοίου, αυτό καθίσταται ενεργός οικονομική μονάδα, που, μαζί με άλλες όμοιες, συγκροτούν το οικονομικό φαινόμενο της ναυτιλίας.
Γενικά, ως ναύλωση ορίζεται η σύμβαση (συμφωνία) μεταξύ δυο μερών, δυνάμει της οποίας διατίθεται προς χρήση πλοίο για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων, έναντι ανταλλάγματος. Επομένως, για να υπάρξει σύμβαση ναύλωσης απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων:
- Συμφωνία μεταξύ δύο τουλάχιστον μερών.
- Η συμφωνία να έχει ως ελάχιστο περιεχόμενο τη διάθεση πλοίου από το ένα συμβαλλόμενο μέρος (που καλείται εκναυλωτής) προς το αντισυμβαλλόμενο μέρος (που χαρακτηρίζεται ως ναυλωτής), με σκοπό τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων (για λογαριασμό του ναυλωτή).
- Αντάλλαγμα – συνήθως χρηματικό – καλούμενο ναύλος.
Η σύμβαση της ναύλωσης καταρτίζεται και αποδεικνύεται από το ναυλοσύμφωνο, το έγγραφο δηλαδή που, υπογεγραμμένο από τα δύο συμβληθέντα μέρη, περιέχει τους όρους, σύμφωνα με τους οποίους θα εκτελεσθεί η σύμβαση.
Οι όροι από τους οποίους διέπεται κάθε συμφωνία ναύλωσης διαφοροποιούνται, αναλόγως της φύσης του μεταφερόμενου φορτίου, του χώρου μεταφοράς του επί του πλοίου, του χρόνου διάθεσης του πλοίου που συμφωνήθηκε να εκτελέσει τη μεταφορά και τον τρόπο εκτέλεσης του ταξιδιού. Έτσι, οι συμφωνίες ναύλωσης είναι δυνατόν να διακριθούν σε επιμέρους ειδικότερες κατηγορίες, με βάση ορισμένα κριτήρια.
Αρχικά, με κριτήριο τον χώρο που καταλαμβάνει το φορτίο, η συμφωνία ναύλωσης διακρίνεται σε:
- Ολική, δηλαδή ναύλωση, κατά την οποία, για τη μεταφορά του φορτίου, χρησιμοποιείται όλος ο διαθέσιμος προς τούτο χώρος του σκάφους (ενδεικτικά κύτη, κατάστρωμα) ή τόσον ποσοστό χώρου, ώστε να εξαντλείται η μεταφορική ικανότητα του πλοίου.
- Μερική, κατά την οποία συμφωνείται να ναυλωθεί μέρος του πλοίου ορισμένως (π.χ. κύτος υπ’ αριθ. 7) ή αορίστως (π.χ. δύο εκ των κυτών του πλοίου).
Με κριτήριο το χρονικό διάστημα χρήσης του πλοίου από τον ναυλωτή, η συμφωνία ναύλωσης διακρίνεται σε:
- Χρονοναύλωση, κατά την οποία το πλοίο διατίθεται στον ναυλωτή για ορισμένο χρόνο, καθορισμένο επακριβώς, με περιθώρια απόκλισης στο ναυλοσύμφωνο. Ο δε καταβαλλόμενος ναύλος υπολογίζεται κατ’ αναλογία του χρόνου χρήσης του πλοίου.
- Ναύλωση γυμνού πλοίου, η οποία ξεχωρίζει από τη χρονοναύλωση με τους εξής τρόπους: Οι ναυλωτές έχουν τη δυνατότητα πλήρους επάνδρωσης του πλοίου, να χρησιμοποιήσει τα δικά του διακριτικά σήματα πάνω στο πλοίο, καθώς και το δικαίωμα επιλογής να αποκτήσει ή όχι την κυριότητα του πλοίου κατά τη λήξη της χρονοναύλωσης.
Τέλος, με κριτήριο το είδος του ταξιδιού, οι συμφωνίες ναύλωσης μπορούν να διακριθούν σε:
- Κατά ταξίδι, όταν η εκπλήρωση της συμφωνίας αφορά στην εκτέλεση ενός και μόνο ταξιδιού με το διατιθέμενο πλοίο.
- Διπλής μεταφοράς, όταν το πλοίο αναχωρεί έμφορτο από λιμένα αφετηρίας, προσεγγίζει σε ενδιάμεσο λιμένα όπου εκφορτώνει, παραλαμβάνει φορτίο και αναχωρεί για τον τελικό λιμένα προορισμού.
- Αμφοετερόπλους, δηλαδή ναύλωση, στην οποία το πλοίο επιστρέφει στο λιμένα αναχώρησης έμφορτο, όπως δηλαδή είχε αποπλεύσει. Για παράδειγμα, αναχώρηση από Πειραιά για Ιαπωνία, εκφόρτωση και παραλαβή φορτίου με προορισμό τον Πειραιά.
Πηγή: Οι πληροφορίες για το παραπάνω άρθρο αντλήθηκαν από το βιβλίο «Ναυτιλιακό Δίκαιο» της Μαρίας Μ. Βρανίκου και του Ευάγγελου Π. Δεμέστιχα (Εκπαιδευτική Έκδοση Ιδρύματος Ευγενίδου, Αθήνα 2024).







