Ναυτικό Λεξικό: Ταξίδι στη γλώσσα της θάλασσας

0

Η ναυτική παράδοση, απόλυτα συνυφασμένη  με την ιστορία των Ελλήνων, επηρέασε και την ελληνική γλώσσα. Η γλώσσα μας, αν και τόσο πλούσια σε λεξιλόγιο, δεν θα μπορούσε παρά να «δανειστεί» και εξειδικευμένους ναυτικούς όρους που «ευδοκιμούσαν» ανάμεσα στην ομιλούμενη γλώσσα των ναυτικών μας εν πλω. Και αυτό συνέβη καθώς οι ναυτικοί μας πλέοντας στα πέλαγα όλου του κόσμου καλούνταν να επικοινωνήσουν σε διάφορες γλώσσες, γεγονός που ως φυσική εξέλιξη είχε το μπόλιασμα της ελληνικής γλώσσας με δάνεια από άλλες γλώσσες.

Η Isalos.net παρουσιάζει κάποιες από τις πιο γνωστές λέξεις του ναυτικού λεξιλογίου που σήμερα χρησιμοποιούνται ευρέως και στη στεριά. Αρχικώς, πολλές από αυτές τις λέξεις αποτέλεσαν «προσαρμογές» λέξεων της γαλλικής, τουρκικής ή ιταλικής γλώσσας στη νέα ελληνική.

Η αβαρία (ιταλ.) (συμβιβασμός ή υποχώρηση) είναι η ζημιά πλοίου ή του φορτίου του από κακοκαιρία.

Η αντάρα (αρχ. ελλ. ἀντὶ-αἵρω) (αναστάτωση, οχλοβοή) είναι η κακοκαιρία, ο δυνατός άνεμος.

Το απάγκιο (αρχ. ελλ.) είναι το απάνεμο μέρος.

Η λέξη απίκο (ιταλ.) (βρίσκομαι σε ετοιμότητα) σημαίνει την κάθετη θέση της άγκυρας.

Αριβάρω (γαλλ.) (φθάνω) σημαίνει καταπλέω.

Ο αχταρμάς (τουρκ.) (ανάμειξη, μπέρδεμα) είναι η μεταβίβαση από πλοίο σε πλοίο επιβατών κι εμπορευμάτων.

Βίρα (βενετ.) τις άγκυρες σημαίνει τράβα, σήκωσε.

Βουρλίζω (ιταλ.) (τρέμω σαν βούρλο, αλλά και κάνω κάποιον έξαλλο) σημαίνει λυσσομανώ.

Καβατζάρω (ιταλ.) (αποθηκεύω κάτι για ώρα ανάγκης) σημαίνει περιπλέω τον κάβο, παρακάμπτω.

Κάβος (ιταλ.) είναι το ακρωτήριο, αλλά και το καραβόσχοινο, το παλαμάρι. Καπελώνω (ιταλ.) (υποτιμώ, κερδοσκοπώ) σημαίνει βάζω τους κάβους στις δέστρες. Κοτσάρω (ιταλ.) (συνδέω, προσθέτω) σημαίνει φέρνω το σκάφος κοντά σε κάποιο σημείο.

Λασκάρω (βενετ.) σημαίνει χαλαρώνω το τέντωμα σχοινιού.

Μανούβρα (γαλλ.) (ελιγμός) είναι ο χειρισμός του πλοίου όταν χρειάζεται να αποφύγει ή να προσεγγίσει κάτι.

Μπατάρω (ιταλ.) (ανατρέπω, γέρνω, τουμπάρω) σημαίνει και αλλάζω πέτασμα στα πανιά.

Ο μπόσικος (τουρκ.) (υποχωρητικός) είναι ο χαλαρός, χρησιμοποιείται συνήθως για σχοινιά.

Ο μπούσουλας (ιταλ.) (η κατευθυντήρια γραμμή, το πρότυπο) είναι η πυξίδα.

Νέτα (βενετ.) (καθαρά, τακτοποιημένα, χωρίς εκκρεμότητες) είναι τα χωρίς ξέρες ή άλλα εμπόδια ύδατα, ενώ ως επίρρημα σημαίνει «με ασφάλεια».

Νετάρω (βενετ.) σημαίνει ισιώνω το σχοινί, ξεμπερδεύω.

Πλευρίζω (ελλ.) (πλησιάζω, διπλαρώνω) σημαίνει αγκυροβολώ με τη μια πλευρά στην προκυμαία ή στο πλάι άλλου πλοίου.

Η σκάντζα (βενετ.) (αλλαγή, αντικατάσταση) είναι η αλλαγή βάρδιας ή σκοπιάς.

Φουντάρω (ιταλ.) (πέφτω, βουλιάζω, βυθίζομαι) σημαίνει -μεταξύ άλλων- ρίχνω άγκυρα.

Το φρεσκάρισμα (ιταλ.) (ανανέωση, αναζωογόνηση) είναι η επιδείνωση του ανέμου ή του κυματισμού.

Τέλος η Ίσαλος (αρχ. ελλ. ἴσος + ἅλς : ίσο με τη θάλασσα) είναι η γραμμή περιμετρικά του πλοίου, στο σημείο που εφάπτεται με την επιφάνεια της θάλασσας.

Φωτό: Unsplash/nias nyalada