Κλιματική αλλαγή: Μύθοι και αλήθειες

0

Υπάρχουν έγκυρες μελέτες, που λένε ότι το 97% των επιστημόνων συμφωνεί ότι ο πλανήτης υπερθερμαίνεται ως αποτέλεσμα των ανθρώπινων ενεργειών. Φυσικά, υπάρχουν και άλλες μελέτες που το καταρρίπτουν. Αλλά ακόμη κι αν το 97% των επιστημόνων πράγματι «συμφωνεί», είναι γεγονός ότι είναι μια παράξενη συμφωνία. Διότι, αν ένας επιστήμονας τολμήσει να διαφοροποιηθεί και να μη συμφωνήσει, τότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα χάσει τη δουλειά του, τη χρηματοδότησή του, ακόμη και την υπόληψή του (περίπου σαν να πίστευε ανοικτά ότι η Γη είναι επίπεδη).

Όμως, η επιστημονική πρόοδος δεν καθορίζεται από πλειοψηφίες, ούτε από δημοκρατικές διαδικασίες. Συνήθως το αντίθετο συμβαίνει. Ένας αντιρρησίας -καθαρό μυαλό- συνήθως ανοίγει νέους δρόμους κατανόησης στην επιστήμη.

Λίγο μετά τη δημοσίευση της Θεωρίας της Σχετικότητας από τον Αϊνστάιν, 100 επιστήμονες της εποχής έγραψαν και δημοσίευσαν ένα βιβλίο με τίτλο «100 συγγραφείς εναντίον του Αϊνστάιν» («100 authors against Einstein», 1931). Όταν ρωτήθηκε ο Αϊνστάιν από δημοσιογράφο τι νομίζει για το βιβλίο, εκείνος απάντησε: «Αν είμαι λάθος δεν χρειάζονται 100. Ένας φτάνει για να το αποδείξει».

Στην πολωμένη συζήτηση για την κλιματική αλλαγή, όπου οι μεν κατηγορούνται ως καταστροφολόγοι πεσιμιστές και οι δε ότι «τα παίρνουν» από την Exxon-Mobil για να διασπείρουν αμφιβολίες για την υπερθέρμανση, καλό είναι να κάνουμε μερικά βήματα πίσω αφήνοντας ιδεοληψίες, προσπαθώντας πάντα να χρησιμοποιούμε αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια. Και προπάντων, να μη φοβόμαστε να παραδεχτούμε ότι δεν έχουμε όλες τις απαντήσεις και ότι πρέπει να συνεχίσουμε την έρευνα με ανοιχτό μυαλό. Φυσικά, όλα αυτά είναι αυτονόητα θα έλεγε κάποιος. Αλλά εάν ήταν, δεν θα στέλναμε στην πυρά όποιον ερευνητή δεν συμφωνεί με το -υποτιθέμενο- 97%.

Στο πλαίσιο αυτό, μια νέα έρευνα φαίνεται να εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το τι μπορεί να συμβαίνει με το κλίμα. Το πρόβλημα είναι ότι ανατρέπει τις κοινές παραδοχές σχετικά με το ρόλο του διοξειδίου του άνθρακα (CΟ2) στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Πριν όμως αναφερθούμε στην έρευνα αυτή, καλό είναι να έχουμε υπόψη ορισμένα δεδομένα που προβληματίζουν.

Αυτήν τη στιγμή η περιεκτικότητα CΟ2 στην ατμόσφαιρα είναι στα 400 ppm (μέρη ανά εκατομμύριο). Η συνήθης παραδοχή είναι ότι όταν ξεπεράσουμε τα 450 ppm χαθήκαμε. Πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση ήταν στα 280 ppm. Κάτι που δεν μπορούν οι επιστήμονες να εξηγήσουν, όμως, είναι το γεγονός ότι στις προηγούμενες περιόδους παγετώνων το CΟ2 στην ατμόσφαιρα ήταν πολύ υψηλότερο (π.χ. 7.500 ppm πριν από 600 εκατομμύρια χρόνια) ενώ η ίδια η Επιτροπή του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) καθαρά επισημαίνει στην αναφορά της πως «οι διεργασίες και μια εξήγηση για τις αυξομειώσεις του CΟ2 (κατά τις προηγούμενες περιόδους του πλανήτη) παραμένει η μεγαλύτερη αναπάντητη ερώτηση στην έρευνα του κλίματος».

Οι συγγραφείς της νέας μελέτης (1) ερεύνησαν το παρελθόν του πλανήτη προσπαθώντας να συνδυάσουν την ποσότητα CΟ2 κατά τις θερμές και παγωμένες περιόδους της Γης και να εξηγήσουν τους λόγους. Φυσικά αυτό προσπάθησαν να κάνουν και άλλοι πριν από αυτούς, με ανεπαρκή αποτελέσματα. Η νέα μελέτη, όμως, δείχνει να απαντά πειστικά σε όλα τα -μέχρι τώρα αναπάντητα- ερωτήματα. Π.χ. πώς συνδυάζεται η -ανά 23.000 χρόνια- αλλαγή της γωνίας του άξονα της Γης με τους παγετώνες και το CΟ2.

Ο μέχρι τώρα άγνωστος μηχανισμός αυξομειώσεων του CΟ2, που η ίδια η επιτροπή IPCC του ΟΗΕ παραδέχεται, έχει οδηγήσει σε μυριάδες λανθασμένα κλιματικά μοντέλα. Και ο λόγος των λανθασμένων μοντέλων είναι ότι όλοι υποθέτουν ότι το CΟ2 είναι αυτό που προκαλεί την υπερθέρμανση. Αλλά οι συγγραφείς σημειώνουν την ξεκάθαρη παρατήρηση ότι σε όλες τις προηγούμενες γεωλογικές περιόδους μετά από αύξηση του CΟ2 στην ατμόσφαιρα πάντα ακολουθούν παγετώνες, ενώ μετά από μείωση του CΟ2 πάντα ακολουθούν θερμές-ήπιες περίοδοι. Η γεωλογική ιστορία, δηλαδή, δείχνει το αντίθετο από αυτό που πιστεύουμε και φοβόμαστε για το μέλλον.

Πηγαίνοντας 800.000 χρόνια πίσω, οι συγγραφείς καταλήγουν ότι οι θερμές και παγωμένες γεωλογικές περίοδοι είναι αποτέλεσμα πρωτίστως του ποσοστού αντανάκλασης της ηλιακής ακτινοβολίας από τη Γη στο Διάστημα. Κανονικά, όσο μεγαλύτερη η αντανάκλαση τόσο ψυχρότερο γίνεται το κλίμα. Ο πάγος δίνει μεγάλη αντανάκλαση, ενώ το νερό απορροφά ηλιακή ακτινοβολία. Οι συγγραφείς όμως είδαν ότι όταν το CΟ2 είναι χαμηλό στην ατμόσφαιρα και η αντανάκλαση μεγάλη (πάρα πολλοί πάγοι) η Γη αρχίζει να ζεσταίνεται, ενώ με υψηλά επίπεδα CΟ2 και χαμηλή αντανάκλαση η Γη σιγά σιγά πάγωνε.

Παρόλο που αυτό αρχικά φαίνεται ενάντια στη λογική (μεγάλη αντανάκλαση ηλιακής ενέργειας αντί να θερμαίνει έπρεπε να ψύχει) οι γεωλογικές καταγραφές δεν αμφισβητούνται, και η μεγάλη ερώτηση είναι γιατί συμβαίνει αυτό; Οι συγγραφείς κατέληξαν στην απάντηση, την οποία τεκμηριώνουν με απτά στοιχεία και όχι απλώς υποθέσεις. Η απάντηση είναι η σκόνη που παράγεται από το χώμα μετά το θάνατο της χλωρίδας λόγω του χαμηλού CΟ2 (το οποίο είναι η τροφή της χλωρίδας) και η οποία επικάθεται στους πάγους και σταματά την αντανάκλαση της ηλιακής ενέργειας. Η σκόνη βρίσκεται στα δείγματα αρχαίων πάγων σε Αρκτική, Ανταρκτική και Γροιλανδία με απόλυτη ηλικιακή ακρίβεια. Οπότε ο κύκλος έχει ως εξής: Τα επίπεδα CΟ2 μειώνονται καθώς ο πλανήτης παγώνει, με αποτέλεσμα τα φυτά να πεθαίνουν ιδίως στις στέπες. Αυτό συντελεί στην αύξηση της σκόνης που, παρασυρόμενη στην ατμόσφαιρα (αμμοθύελλες κ.λπ.) εναποτίθεται πάνω στους πάγους ιδίως του βόρειου ημισφαιρίου. Η σκόνη καλύπτει τους πάγους και η αντανάκλαση ηλιακής ακτινοβολίας σταματά. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί το λιώσιμο των πάγων με αυξανόμενους ρυθμούς και ο πλανήτης εξέρχεται από την περίοδο παγετώνα. Το αντίστροφο συμβαίνει στις θερμές περιόδους, οπότε το υψηλό CΟ2 και η χαμηλή αντανάκλαση προκαλούν ψύξη.

Κοιτώντας το παρελθόν, οι ερευνητές αυτοί μας λένε ότι το CΟ2 είναι περισσότερο το αποτέλεσμα παρά ο οδηγός των κλιματικών διεργασιών. Και οι συγγραφείς καταλήγουν: «Οι ιδιότητες του θερμοκηπίου του CΟ2 παίζουν μικρό ή καθόλου ρόλο σε αυτό το πολύπλοκο σύστημα». Το αν η μελέτη λάβει δημοσιότητα ή όχι εναπόκειται στην επιστημονική κοινότητα. Αλλά με τη μέχρι τώρα εμπειρία μας δεν είμαι αισιόδοξος. Μάλλον στην πυρά τους βλέπω τους συγγραφείς. Όσο για εμάς στη ναυτιλία, ας ετοιμαζόμαστε για φόρο στα καύσιμα για μείωση του κακού CΟ2 και ας ευχαριστούμε την τύχη μας εάν αποφύγουμε τελικά το ETS (εμπορία ρύπων).

Απόσπασμα από επιμελημένο άρθρο του Πάνου Ζαχαριάδη, Τεχνικού Διευθυντή, Atlantic Bulk Carriers Management Ltd, με τίτλο «Τι συμβαίνει με το κλίμα», Ναυτικά Χρονικά, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2016, 50-51