Από την αρχαιότητα, το ενδιαφέρον για τη σύνδεση της Μεσογείου µε την Ερυθρά θάλασσα υπήρξε έντονο, καθώς µία τέτοια διάνοιξη υδάτινου δρόμου θα διευκόλυνε το εμπόριο και θα ελάττωνε σημαντικά τον χρόνο που απαιτούσε η μεταφορά των αγαθών.
Ωστόσο, οι πρώτες ουσιαστικές προσπάθειες για τη διάνοιξη της διώρυγας πραγματοποιήθηκαν πολύ αργότερα, όταν το 1854 ο Γάλλος διπλωμάτης και μηχανικός κόμης Φερντινάν ντε Λεσέψ, αφού έπεισε τον Αντιβασιλιά της Αιγύπτου Σαΐντ Πασά (Pasha Said) έλαβε την εντολή την υλοποίηση του έργου που θα ένωνε τη Μεσόγειο µε την Ερυθρά θάλασσα. Εν συνεχεία, το 1858 συστήθηκε η κατασκευαστική εταιρεία La Campagnie Universelle du Canal Maritime de Suez και η διάνοιξη της διώρυγας ξεκίνησε στις 25 Απριλίου 1859 και διήρκεσε δέκα χρόνια. Τελικά, τα εγκαίνια της διώρυγας έγιναν στις 17 Νοεμβρίου 1869. Εκτιμάται ότι εργάσθηκαν για την κατασκευή της 1,5 εκατ. Αιγύπτιοι.
Αν και το ιστορικό της Διώρυγας του Σουέζ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «θυελλώδες», με τη λειτουργία της σε ορισμένες περιπτώσεις να διακόπτεται ακόμα και για χρόνια, με την πάροδο των δεκαετιών η δυναμικότητά της σε ό,τι αφορά τα πλοία που μπορεί να εξυπηρετήσει σημείωσε αξιόλογη άνοδο.
Ακολουθούν ορισμένα σημαντικά χαρακτηριστικά της Διώρυγας του Σουέζ: Αρχικά, εκτείνεται σε μήκος 192 χιλιομέτρων, από το λιμάνι του Πορτ Σαΐντ (Port Said) στη Μεσόγειο θάλασσα, μέχρι το λιμάνι του Σουέζ στην Ερυθρά Θάλασσα.
Τη δεδομένη στιγμή, η διώρυγα έχει πλάτος 205-225 μέτρα (σε βάθος έντεκα μέτρων), βάθος 24 μέτρα και επιτρέπει τη διέλευση πλοίων χωρητικότητας έως και 240.000 dwt, το μέγιστο βάθος των οποίων δεν μπορεί -προς το παρόν- να ξεπερνάει τα είκοσι μέτρα (66 πόδια). Πραγματοποιούνται συνεχώς έργα διαπλάτυνσης και εκβάθυνσης, ώστε να διευκολυνθεί η διέλευση των πλοίων, η γιγάντωση των οποίων ακολουθεί τις τεχνικές και οικονομικές εξελίξεις.
Σημειώνεται τέλος ότι, η διώρυγα λειτουργεί υπό τη διοίκηση της εταιρείας Suez Canal Authority (SCA).
Πηγή: Οι πληροφορίες για το παραπάνω άρθρο αντλήθηκαν από το βιβλίο «Ναυτική Γεωγραφία» της Πολυξένης Γ. Μοίρα και του Δημήτριου Ν. Μυλωνόπουλου (Εκπαιδευτική Έκδοση Ιδρύματος Ευγενίδου, Αθήνα 2020)







