«Νέα Ελλάς» 1939: Συνδέοντας τη «μητέρα πατρίδα» με τις ΗΠΑ

0

Την πρωίαν της 8ης Μαΐου του 1939 εισέπλεεν υπερήφανα εις τον Πειραϊκόν λιμένα και επόντιζε τας αγκύρας του το επιβλητικόν εις όγκον και κομψόν εις αρμονικάς ναυπηγικάς γραμμάς υπερωκεάνιον «Νέα Ελλάς» (ex «Tuscania») των κ.κ. αδελφών Γουλανδρή.

Με αυτές τις λέξεις τα Ναυτικά Χρονικά, στο φύλλο της 15ης Μαΐου 1939, υποδέχθηκαν μέσα από τις σελίδες τους το υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς». Το νέο απόκτημα της ελληνικής επιβατηγού ναυτιλίας, που ερχόταν να συνδέσει εκ νέου τη μητέρα πατρίδα με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, έπειτα από τέσσερα χρόνια απουσίας της κυανόλευκης από τη γραμμή της Βόρειας Αμερικής.

Το τελευταίο ελληνικό υπερωκεάνιο της γραμμής της Βόρειας Αμερικής, που συνέδεε τον Πειραιά με τη Νέα Υόρκη, ήταν το «Βύρων», το οποίο όμως είχε πραγματοποιήσει το τελικό του δρομολόγιο από Νέα Υόρκη προς Πειραιά τον Οκτώβριο του 1935.

Η άνοιξη του 1939 βρήκε την κυανόλευκο να κυματίζει και πάλι στη γραμμή της Βορείου Αμερικής. Οι υιοί του Ιωάννη Πέτρου Γουλανδρή ‒Βασίλειος, Νικόλαος και Λεωνίδας‒ αποφάσισαν να επιχειρήσουν την επανίδρυση της υπερωκεανίου επιβατηγού γραμμής. Έτσι, οι αδελφοί Γουλανδρή, τον Δεκέμβριο του 1938, υπέγραψαν σύμβαση με το ελληνικό κράτος για την επανάληψη της γραμμής Πειραιά-Νέας Υόρκης, ενώ τον Μάρτιο του 1939 προχώρησαν στην αγορά του βρετανικού επιβατηγού «Tuscania», που ανήκε στη σκωτσέζικη εταιρεία «Anchor Line» και είχε ναυπηγηθεί το 1922.

Το πλοίο νηολογήθηκε στη γενέτειρα των αδελφών Γουλανδρή, την Άνδρο, και μετονομάστηκε σε «Νέα Ελλάς», σηματοδοτώντας έτσι την έναρξη μιας νέας εποχής για την ελληνική επιβατηγό ναυτιλία. Για τη διαχείριση του υπερωκεανίου ιδρύθηκε η περίφημη Greek Line, εταιρεία με ιστορική διαδρομή στον κλάδο της ελληνικής επιβατηγού ναυτιλίας.

Η πρώτη επίσκεψη του «Νέα Ελλάς» στο λιμάνι του Πειραιά έλαβε χώρα στις 8 Μαΐου 1939. Τα Ναυτικά Χρονικά, χαρακτηρίζοντας αυτή την ημερομηνία ως «ιστορική για τα νεότερα ναυτιλιακά μας χρονικά», πραγματοποίησαν τρισέλιδο αφιέρωμα, παρουσιάζοντας το νέο υπερωκεάνιο της ελληνικής ναυτιλίας στο αναγνωστικό τους κοινό.

Το μήκος του πλοίου έφτανε τα 177 μ. και το πλάτος του τα 21 μ. Η χωρητικότητά του άγγιζε τους 16.991 gt και η υπηρεσιακή του ταχύτητα έφτανε τα 16 μίλια. Είχε ναυπηγηθεί το 1922 από τα ναυπηγεία Fairfield Shipbuilding & Engineering Co. στη Γλασκόβη. Το πλήρωμα του πλοίου υπερέβαινε τα 200 άτομα, χωρίς να περιλαμβάνονται τα άτομα του προσωπικού υπηρεσίας επιβατών και των μαγειρείων.

Κύριο χαρακτηριστικό του υπερωκεανίου ήταν η ευρυχωρία των κοινόχρηστων χώρων, αλλά και των επιβατών, ο άπλετος φυσικός φωτισμός κατά τη διάρκεια της ημέρας καθώς και η ειδική εγκατάσταση εξαερισμού και θέρμανσης, που εξασφάλιζε μια άνετη ατμόσφαιρα για όλους τους επιβάτες.

Το «Νέα Ελλάς» διέθετε διαμερίσματα για τρεις κατηγορίες θέσεων. Και στις τρεις κατηγορίες, οι επιβάτες έβρισκαν ευρύχωρες αίθουσες, με πολύ καλή επίπλωση και ωραία διακόσμηση των εσωτερικών χώρων. Τα δάπεδα διέθεταν επίστρωση από καουτσούκ και είχαν πλήρως ανακαινιστεί το 1938. Τα τοιχώματα των κοινόχρηστων αιθουσών ήταν επενδεδυμένα με πολυτελή ξυλεία, ενώ τα έπιπλα της πρώτης θέσης είχαν επένδυση από μεταξωτά υφάσματα.

Τα διαμερίσματα και οι καμπίνες της πρώτης θέσης βρίσκονταν στα δύο ανώτερα καταστρώματα και εκεί ο επιβάτης που ταξίδευε από Πειραιά για Νέα Υόρκη μπορούσε να βρει αίθουσα μουσικής, αίθουσες καπνιζόντων, βιβλιοθήκη και χώρους με ιδιαίτερα γραφεία, γυμναστήριο, μπαρ, δύο εμπορικά καταστήματα, ένα πολυτελές εστιατόριο, κινηματογράφο, ένα παρεκκλήσι και δύο βεράντες περικλεισμένες με γυαλί. Ταυτόχρονα, και οι καμπίνες της πρώτης θέσης διακρίνονταν για την πολυτέλειά τους: Διέθεταν άπλετο φωτισμό, σύστημα εξαερισμού, παροχή ζεστού και κρύου νερού, είχαν ντουλάπι, τρία αναπαυτικά καθίσματα, καθρέφτη, μικρό τραπέζι, νιπτήρα, ανεμιστήρα, ενώ στις περισσότερες καμπίνες ο επιβάτης είχε δικό του λουτρό με ντους.

Σχεδόν τις ίδιες ανέσεις είχε η δεύτερη θέση, ενώ η τρίτη διέθετε καμπίνες με μία, δύο και τέσσερις κλίνες, υπήρχαν κοινά λουτρά με παροχή κρύου και ζεστού νερού.

Το «Νέα Ελλάς» διέθετε επίσης ιατρείο, πλήρως εξοπλισμένο. Βρισκόταν κοντά στα διαμερίσματα της πρώτης θέσης, και σε αυτό παρείχαν υπηρεσίες ένας γιατρός, τέσσερις νοσοκόμοι και ένας φαρμακοποιός. Υπήρχε, μάλιστα, και ειδικός νοσοκομειακός θάλαμος, ενώ για τυχόν κρούσματα επιδημικών νοσημάτων υπήρχε και ένας απομονωμένος νοσοκομειακός θάλαμος στην πρύμνη του πλοίου.

Ήταν τέτοια η διάθεση της εταιρείας να προσφέρει υπερπολυτελείς υπηρεσίες στους επιβάτες του υπερωκεανίου, που είχαν δημιουργηθεί και κήποι πάνω στο πλοίο, ενώ, για την προώθηση του ελληνικού πολιτισμού και τουρισμού, σε όλους τους χώρους του πλοίου είχαν τοποθετηθεί πίνακες και εικόνες με αρχαιολογικούς χώρους και τοπία της Ελλάδας.

Στόχος των αδελφών Γουλανδρή ήταν το «Νέα Ελλάς» να προσελκύσει στα ταξίδια του προς τη Νέα Υόρκη επιβάτες από όλα τα Βαλκάνια και την Τουρκία, ενώ στο στόχαστρο της εταιρείας ήταν να εντάξει στα δρομολόγια του πλοίου και τους λιμένες της Χάιφα, της Βηρυτού και της Αλεξάνδρειας. Μάλιστα στο δεύτερο ταξίδι του υπερωκεανίου από τον Πειραιά προς τη Νέα Υόρκη, που ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 1939, στο «Νέα Ελλάς» επέβαιναν 490 επιβάτες από Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Πειραιά, ενώ στις 6 Ιουλίου προσέγγισε και τη Λισαβόνα, όπου παρέλαβε ακόμη 14 επιβάτες. Στη Νέα Υόρκη έφτασε το απόγευμα της 14ης Ιουλίου.

Το «Νέα Ελλάς» συνέχισε να εκτελεί τα δρομολόγιά του για λίγους μήνες μετά την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, με τα σύννεφα του πολέμου να πυκνώνουν απειλητικά πάνω από την Ευρώπη, το ελληνικό υπερωκεάνιο θα σταματούσε τους εμπορικούς του πλόες. Επιτάχθηκε υποχρεωτικά από τη βρετανική κυβέρνηση και μετατράπηκε σε οπλιταγωγό.

Το «Νέα Ελλάς» θα επιβίωνε των εχθροπραξιών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως ένα από τα μόλις τέσσερα πλοία της ελληνικής επιβατηγού ναυτιλίας που διασώθηκαν από τον πόλεμο. Μετά από εκτεταμένες μετασκευές που πραγματοποιήθηκαν σε αγγλικά και ιταλικά ναυπηγεία, το ελληνικό υπερωκεάνιο επανήλθε στην προπολεμική του κατάσταση, αποκτώντας μάλιστα επιπρόσθετες ανέσεις για τους επιβάτες όλων των θέσεων.

Με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, τα Ναυτικά Χρονικά στο τεύχος της 15ης Ιουλίου 1947 ανήγγειλαν τη δρομολόγησή του στη γραμμή Πειραιά-Νέας Υόρκης: «Επιτέλους! Το μοναδικόν μας υπερωκεάνιον, το Νέα Ελλάς, επανέρχεται εις την γραμμήν του. Με αισθήματα χαράς και εθνικής υπερηφάνειας το περιμένουν οι Έλληνες της Αμερικής. Κάθε μήνα θα φέρει και πάλιν εις αυτούς το μήνυμα της πολυβασανισμένης πατρίδος!».

Μπορείτε να διαβάσετε το αφιέρωμα των Ναυτικών Χρονικών στο «Νέα Ελλάς» εδώ.

Η ψηφιοποίηση του αρχείου των τευχών από το 1931 έως το 1983 είναι μια ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Ευγενίδου, στη μνήμη της Μαριάνθης Σίμου.