ΑΕΝ/Π-M Μακεδονίας

Η ΑΕΝ Μακεδονίας ιδρύθηκε το 1969 και λειτουργούσε αρχικώς ως Σχολή Μηχανικών. Από το 1973 λειτουργεί στις σημερινές της εγκαταστάσεις σε οικόπεδο 40 στρεμμάτων με 10.000 τ.μ. στεγασμένους χώρους. Το 1975 ξεκίνησε τη λειτουργία της και η Σχολή Πλοιάρχων.

Η Σχολή βρίσκεται σε απόσταση 32 χλμ από την Θεσσαλονίκη και περίπου 500 μέτρα μακρυά από τον Δήμο Νέας Μηχανιώνας. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη Σχολή στην Ελλάδα μετά από αυτήν του Ασπροπύργου. Εντός των εγκαταστάσεών της λειτουργεί και η Σχολή Σωστικών και Πυροσβεστικών Μέσων Μακεδονίας.

Η Ακαδημία έχει επιτύχει μέχρι τώρα τη συμμετοχή της σε δέκα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα με χρηματοδότηση 100% από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μέλη του Εκπαιδευτικού της προσωπικού έχουν συμμετάσχει κατά καιρούς σε διεθνή συνέδρια αλλά και σε επιμορφωτικά σεμινάρια τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό (ενδεικτικά: SULZER – WÄRTSILÄ στην Φιλανδία, MAN B&W στην Κοπεγχάγη, WMU στο Μάλμε της Σουηδίας).

To 2002 η Ακαδημία, πρωτοπορώντας και σε αυτόν τον τομέα,  ανέλαβε την προβολή στην Βόρεια Ελλάδα της Ελληνικής Εμπορικής Ναυτιλίας, της Εκπαίδευσης και του επαγγέλματος του Αξιωματικού Ε.Ν. με απώτερο σκοπό την προσέλκυση νέων στο Ναυτικό Επάγγελμα. Στα πλαίσια της δράσης αυτής, η οποία έγινε σε συνεργασία με την “ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΕ” (Αναπτυξιακή Ανώνυμη Εταιρία Ανατολικής Θεσσαλονίκης) στάλθηκε πληροφοριακό υλικό σε 150 δευτεροβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα του Νομού Θεσσαλονίκης. Επίσης, στις 16 Μαίου 2002 οργανώθηκε με επιτυχία μία ημερίδα ενημέρωσης των συμβούλων επαγγελματικού προσανατολισμού της δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ μέχρι και σήμερα πραγματοποιούνται παρουσιάσεις στο πλαίσιο ημερίδων επαγγελματικού προσανατολισμού που διοργανώνονται στα σχολεία.

Σήμερα η ΑΕΝ Μακεδονίας εφαρμόζει σύγχρονες μεθόδους διδασκαλίας με εκτεταμένη χρήση Η/Υ και προβολικών συστημάτων, ενώ διαθέτει πολλά σύγχρονα εργαστήρια, πολλά των οποίων δημιουργήθηκαν με τη βοήθεια της ναυτιλιακής κοινότητας.

Στοιχεία Επικοινωνίας με την ΑΕΝ/Π-M Μακεδονίας

CrpFWJJm_400x400Διεύθυνση: ΝΕΑ ΜΗΧΑΝΙΩΝΑ, Τ.Κ. 57004
ΔΙΟΙΚΗΣΗ: 
Τηλέφωνο & Fax: 2392031322
Email : aenmakedonias@hcg.gr

ΣΧΟΛΗ ΠΛΟΙΑΡΧΩΝ:
Τηλέφωνο & Fax: 2392036506
Email : aenmakpl@gmail.com

ΣΧΟΛΗ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ:
Τηλέφωνο & Fax: 2392033416
Email : aenmakmech@gmail.com

Ιστορική Αναδρομή

«Η δημιουργία ενός εκπαιδευτικού κέντρου της Ναυτιλίας εις την Βόρρειον Ελλάδα ήτο παλαιά σκέψις της Διευθύνσεως Εκπαιδεύσεως και του Συμβουλίου των Σχολών» έγραφε τον Ιανουάριο του 1977 στα Ναυτικά Χρονικά ο τακτικός αρθρογράφος του περιοδικού, αντιναύαρχος του Λιμενικού Σώματος και επικεφαλής για πολλά χρόνια της Διεύθυνσης Ναυτικής Εκπαίδευσης Ξενοφών Αντωνιάδης, μία από τις σημαντικότερες μορφές της ναυτικής εκπαίδευσης στη μεταπολεμική Ελλάδα. Αυτή η «παλαιά σκέψις», όπως προκύπτει από την έρευνα, φαίνεται πως είχε πρωτοδιατυπωθεί από τη δεκαετία του 1950. Ήταν τότε που το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας σχεδίαζε τις επόμενες κινήσεις του προς την κατεύθυνση συμπλήρωσης του δικτύου της ναυτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Μεταξύ των προτάσεων που είχαν κατατεθεί ήταν και αυτή της «ιδρύσεως ενός ναυτικού εκπαιδευτικού συγκροτήματος εις την Βόρειαν Ελλάδα (κατά προτίμησιν Θεσσαλονίκην), ήτις ήδη στερείται τοιαύτης εγκαταστάσεως ή εις την περιοχήν της Δωδεκανήσου και κατά προτίμησιν εις την Ρόδον, όπου υπάρχει ήδη Δημοσυντήρητος Σχολή Μηχανικών Ε.Ν.». Στην ιδιότυπη αυτή «μάχη» μεταξύ Θεσσαλονίκης και Ρόδου για ίδρυση μιας Δημόσιας Σχολής Εμπορικού Ναυτικού Μηχανικών κερδισμένη θα εξέλθει η Θεσσαλονίκη, αν και θα περάσουν αρκετά χρόνια έως ότου «δει» να υλοποιείται η ανέγερσή της.

Η οριστική απόφαση για ίδρυση σχολής στη βόρεια Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, θα ληφθεί, εν τέλει, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας θα ξεκινήσουν την αναζήτηση της κατάλληλης περιοχής για την ανέγερσή της. Για το ΥΕΝ και το Συμβούλιο των Σχολών δύο υπήρξαν οι κύριοι λόγοι που καταδείκνυαν την αναγκαιότητα ίδρυσης ναυτικής σχολής στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, και δη μιας δημόσιας σχολής μηχανικών. Ο πρώτος λόγος είχε σαφώς να κάνει με την επιτακτική ανάγκη του μεγεθυνόμενου ελληνόκτητου στόλου να επανδρώσει τα πλοία του με καλώς καταρτισμένους μηχανικούς, που όσο περνούσαν τα χρόνια και οι τεχνολογικές εξελίξεις διαδέχονταν η μία την άλλη γίνονταν όλο και πιο δυσεύρετοι αλλά και καθ’ όλα αναγκαίοι. Από την άλλη, η ίδρυση μιας δημόσιας ναυτικής σχολής στη βόρεια Ελλάδα συνιστούσε και μια κεντρική πολιτική επιλογή του υπουργείου, που είχε αποφασίσει να κινηθεί προς την κατεύθυνση προσέλκυσης (και) των νέων της βόρειας Ελλάδας προς το ναυτικό επάγγελμα, όπως το είχε πράξει λίγα χρόνια νωρίτερα (1963) με μια ανάλογη απόφαση για ίδρυση σχολής πλοιάρχων και μηχανικών στην Κρήτη, με στόχο να προσφερθεί στους νέους Κρήτες ένα ισχυρό κίνητρο να προσανατολιστούν επαγγελματικά προς τη θάλασσα.

Για να κατανοηθούν οι λόγοι της επιλογής της Θεσσαλονίκης ως τόπου ίδρυσης της νέας σχολής, μπορούμε να ανατρέξουμε στα ενδιαφέροντα στοιχεία της απογραφής νέων ναυτικών, που αφορούν το εννεάμηνο Μάιος 1969-Ιανουάριος 1970 και τα οποία παρουσιάζονται στο φύλλο των Ναυτικών Χρονικών της 1ης Απριλίου 1970 και σε άρθρο που τιτλοφορείται «Η εισφορά της υπαίθρου». Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, του εν λόγω εννεαμήνου είχαν λάβει ναυτικό φυλλάδιο συνολικά 11.790 νέοι Έλληνες. Τα Ναυτικά Χρονικά διαίρεσαν «τας απογραφούσας αρχάς εις τρεις κατηγορίας, την της Θεσσαλίας-Μακεδονίας-Θράκης, την των Ιονίων-Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδος και την της λοιπής νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδος. Εκ των απογραφέντων νέων ναυτικών, τα 50,21% προέρχονται εκ των δύο πρώτων περιοχών, ενώ τα εκ παραδόσεως ναυτικά διαμερίσματα της χώρας απέδωσαν μόλις τα 49,79%. Ειδικώτερα τα Λ/χεία Βόλου, Θεσσαλονίκης, Καβάλας και Αλεξανδρουπόλεως απέγραψαν τα 22,49% του συνόλου των νέων ναυτικών, τα δε Λ/χεία Κερκύρας, Πρεβέζης, Κεφαλληνίας και Πατρών τα 20,72% του αυτού συνόλου». Και καταλήγει το άρθρο πως «τα αυτά στοιχεία επιβεβαιώνουν πόσο εύστοχος και ως πιστεύομεν λυσιτελής είναι η απόφασις να ιδρυθούν δημοσίαι σχολαί σε Ήπειρο και Μακεδονία».

ΑΕΝ Μακεδονίας

Φωτογραφικό στιγμιότυπο από την τελετή αποφοίτησης των σπουδαστών της Σχολής Μηχανικών της Θεσσαλονίκης, στις προσωρινές εγκαταστάσεις της τελευταίας στη σχολή «Δημόκριτος» 1971. [Ευγενική χορηγία Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού Μακεδονίας]

Σε ό,τι αφορά, λοιπόν, τη βόρεια Ελλάδα και τη Μακεδονία ως πρώτη επιλογή τοποθεσίας για ίδρυση δημόσιας σχολής ναυτικής εκπαίδευσης προτάθηκε η περιοχή των Νέων Μουδανιών. Τα μέλη του Συμβουλίου των Σχολών εξέφρασαν κατ’ αρχήν τη θετική τους άποψη «δεδομένου ότι δι’ αυτής αφ’ ενός μεν θα ικανοποιούντο αι εις μηχανικούς ελλείψεις του Εμπορικού Ναυτικού και αφ’ ετέρου θα προσειλκύοντο προς την θάλασσαν οι νέοι της Β. Ελλάδος». Το εμπόδιο όμως που έπρεπε να υπερπηδηθεί αφορούσε το κόστος της αγοράς οικοπέδου, της κατασκευής των κτιριακών εγκαταστάσεων καθώς και το κόστος του εξοπλισμού τους, διότι, όπως γνώριζαν τα μέλη του Συμβουλίου, «τοιαύτας δαπάνας δε δύναται σήμερον να αναλάβη το ΚΝΕ [εν. το Κεφάλαιο Ναυτικής Εκπαίδευσης». Παρ’ όλα αυτά, τον Απρίλιο του 1966, και αφού είχε αποφασιστεί η σύσταση «σχολής Μηχανικών ΕΝ εις Μουδανιά Χαλκιδικής, ο Διευθυντής Ναυτικής Εκπαιδεύσεως Πλοίαρχος ΛΣ κ. Ξεν. Αντωνιάδης μετέβη επί τόπου και εξήτασε τας δυνατότητας εγκαταστάσεως εκεί ναυτικής Σχολής» και πλέον το υπουργείο ανέμενε την υποβολή της σχετικής έκθεσης από τον ίδιο για το κατά πόσο η περιοχή πληρούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις, καθώς και για το κόστος της κατασκευής της.

Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως τα Ναυτικά Χρονικά θα ασκήσουν κριτική προς τα κυβερνητικά στελέχη, όπως το είχαν πράξει και παλαιότερα κατά την ανακοίνωση ίδρυσης σχολών σε Κύμη και Χανιά, γιατί κατά τη γνώμη τους λαμβανόταν για μία ακόμα φορά απόφαση ίδρυσης ναυτικής σχολής με μικροπολιτικά κριτήρια και όχι με βάση ένα συγκροτημένο, κοστολογημένο και ορθολογικό σχέδιο ενίσχυσης και ανάπτυξης του δικτύου της ναυτικής εκπαίδευσης στη χώρα. Συγκεκριμένα, τα Ναυτικά Χρονικά έγραφαν τον Ιούνιο του 1966 πως είναι η «επίμονος επιδίωξις του κ. Υπουργού της Γεωργίας διά την ιδιαιτέραν του εκλογικήν περιοχήν» που ωθεί το ΥΕΝ στην απόφαση ίδρυσης σχολής στην περιοχή των Νέων Μουδανιών. Η κριτική ασκείτο προς το πρόσωπο του Χρήστου Βασματζίδη, εκλεγμένου βουλευτή Χαλκιδικής και διορισμένου στη θέση του υπουργού Γεωργίας στην κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου (1965-1966), ο οποίος φαίνεται πως είχε ασκήσει σημαντικές πιέσεις για να επιλεγεί μια πόλη της Χαλκιδικής προς οικοδόμηση της νέας σχολής.

Τα Ναυτικά Χρονικά δεν αμφισβητούσαν την ανάγκη ολοκλήρωσης της εκπαιδευτικής προσπάθειας, η οποία είχε ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του 1950 με την επαναλειτουργία της σχολής της Ύδρας και την ίδρυση των σχολών του Ασπροπύργου και εν συνεχεία της Κύμης. Ούτε, βεβαίως, αμφισβητούσαν την αναγκαιότητα ίδρυσης νέων σχολών, πρωτίστως δε μηχανικών, που τόσο χρειαζόταν η ελληνική ναυτιλία. Ωστόσο, με συναίσθηση της ευθύνης τους έγραφαν πως «τείνει να προσλάβη εντός μικρού χρονικού διαστήματος –μιας διετίας– έκτασιν τοιαύτην η κατασπορά εις διαφόρους περιοχάς ναυτικών σχολών, η εξυπηρετούσα τα κομματικά συμφέροντα ωρισμένων κυβερνητικών παραγόντων, ώστε να επιβάλλεται η ιδιαιτέρα σύστασις εις τους διαχειριζομένους τα της εκπαιδεύσεως να σταθούν κάπου, να αναπνεύσουν, να οργανώσουν πληρέστερον τα μέχρι τούδε αξιεπαίνως επιτελεσθέντα και τα ήδη υπό εκτέλεσιν έργα, εν συνεχεία δε να κλιμακώσουν τον προγραμματισμόν της αύριον μέχρι του δυνατού γενέσθαι». Ο εκδότης του περιοδικού, Δημήτρης Κωττάκης, σημείωνε με έμφαση πως «μας λείπει ακόμη η ορθολογική οργάνωσις και η εις βάθος επανεξέτασις του όλου εκπαιδευτικού προβλήματος, ίνα ο περαιτέρω προγραμματισμός θεμελιωθή επί θετικών δεδομένων, εν καιρώ δε με στερρόν βήμα χωρήσωμεν προς την εκτέλεσιν».

Παρά τις ισχυρές επιφυλάξεις σημαντικών παραγόντων της ναυτιλιακής κοινότητας για την ορθότητα της επιλογής ίδρυσης σχολής στα Νέα Μουδανιά και όχι στη Θεσσαλονίκη, θα δημοσιευτεί τον Ιούλιο του 1966 το βασιλικό διάταγμα (894/1966) με το οποίο «συνιστάται η σχολή ναυτομηχανικών εις τα Νέα Μουδανιά της Χαλκιδικής», το κόστος για την ανέγερση της οποίας είχε υπολογιστεί στα περίπου 15 εκατ. δρχ. Όπως έγραφαν τα Ναυτικά Χρονικά, «ο κ. υπουργός της Ναυτιλίας, παρά την αντίθεσιν των δυνάμενων έγκυρον να έχουν γνώμην, υπεχώρησε προ της αξιώσεως του συναδέλφου του επί της Γεωργίας». Πλέον ήταν ορατός ο κίνδυνος η νέα σχολή να αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες προσέλκυσης όχι μόνο νέων σπουδαστών από την ευρύτερη περιοχή της βόρειας Ελλάδας αλλά και του κατάλληλου διδακτικού προσωπικού, με τεχνικές γνώσεις, λόγω της μεγάλης απόστασης της σχολής από τη συμπρωτεύουσα. Αντιθέτως, όπως σημειωνόταν στις στήλες των Ναυτικών Χρονικών, εάν είχε επιλεγεί η Θεσσαλονίκη, «θα εισεφέρετο έργον εις την προσπαθείαν της ναυτικής εκπαιδεύσεως. Θα επληρούτο μία ανάγκη. Θα προσειλκύοντο εις το ναυτικόν επάγγελμα νέοι από την Βόρειον Ελλάδα, οίτινες άλλως θα εξεπατρίζοντο», ενώ θα ήταν και πολύ πιο εύκολο να βρεθεί το κατάλληλο τεχνικό διδακτικό προσωπικό με δεδομένη την ισχυρή εκβιομηχάνιση που χαρακτήριζε την πρωτεύουσα της Μακεδονίας εκείνη την περίοδο. Τα Ναυτικά Χρονικά με έμφαση έγραφαν στο φύλλο της 15ης Ιουλίου 1966 ότι «ειλικρινώς ευχόμεθα να μην παρασχεθούν από τον κ. Υπουργόν του Συντονισμού αι πιστώσεις διά την σχολήν των Νέων Μουδανιών, ώστε εν καιρώ να υποβληθή το αίτημα της συστάσεως της σχολής εις την Θεσσαλονίκην. Είναι η κατάλληλος θέσις διά μίαν ακόμη σχολήν μηχανικών», και μάλιστα μια σχολή που θα ήταν το «αντίπαλο δέος» της σχολής του Ασπροπύργου στη βόρεια Ελλάδα.

Εν τέλει προκύπτει πως οι πιέσεις προς το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας υπήρξαν επιτυχείς και «προς συνδυασμόν του αιτήματος της αστικής αποσυμφωρήσεως ηρευνήθη ολόκληρος η περιοχή και τελικώς ως θέσις εγκαταστάσεως προεκρίθη η Νέα Μηχανιώνα, γοργώς αναπτυσσομένη παραλιακή πόλις έξωθι ακριβώς του κόλπου της Θεσσαλονίκης». Ενταφιάζεται, έτσι, οριστικά η ιδέα περί ίδρυσης σχολής μηχανικών στα Νέα Μουδανιά και αποφασίζεται η σχολή να κατασκευαστεί στη Νέα Μηχανιώνα. Μάλιστα, το 1969 θα αρχίσει άμεσα τη λειτουργία της στη συμπρωτεύουσα η Δημοσία Σχολή Μηχανικών Θεσσαλονίκης, όπως όριζε το ΒΔ 256/1969. Η νέα σχολή θα λειτουργήσει σε προσωρινή βάση στις εγκαταστάσεις της τεχνικής σχολής «Ο Δημόκριτος» της Θεσσαλονίκης «εις τα μηχανουργεία της οποίας πραγματοποιείται η πρακτική εξάσκησις των μαθητών, μέχρις ανεγέρσεως των μονίμων εγκαταστάσεων εις Μηχανιώνα εντός του συγκροτήματος σχολών Προπαιδεύσεως και Μηχανικών».

Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η επιλογή της Νέας Μηχανιώνας θα έρθει στο προσκήνιο, στην πραγματικότητα, ως απόρροια των όσων όριζε ο Αναγκαστικός Νόμος 373/1968 «Περί απογραφής και εκπαιδεύσεως εν τω εμπορικώ ναυτικώ», ο οποίος ρύθμιζε (και) θέματα ναυτικής εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων ήταν και την ίδρυση Σχολών «Ναυτικής Προπαιδεύσεως προς παροχήν βασικής ναυτικής μορφώσεως εις νέους άνευ επαγγελματικού προσανατολισμού, επιθυμούντας να εισέλθουν εις το ναυτικόν επάγγελμα». Είχε ληφθεί οριστικά και υλοποιείτο πλέον η απόφαση του 1965 για οργανωμένη προσέλκυση νέων στο ναυτικό επάγγελμα από περιοχές της χώρας που δεν είχαν μακρά ναυτική παράδοση, με δεδομένο πως οι ανάγκες της ελληνικής ναυτιλίας σε καλώς καταρτισμένους αξιωματικούς καταστρώματος και μηχανής αλλά και σε νέους με ειδίκευση «εις τόν κλάδον του καταστρώματος (ναυτόπαιδες) ή της μηχανής (χειρισταί μηχανής) ή των γενικών υπηρεσιών (θαλαμηπόλοι-μάγειροι)» ήταν επιτακτικές και οι παραδοσιακοί ναυτότοποι των νησιών είχαν φτάσει στα όρια της προσφοράς τους σε έμψυχο δυναμικό. Μάλιστα, έχει ενδιαφέρον πως στις αρχές της δεκαετίας του 1970 «οι περισσότεροι [εν. υποψήφιοι για τις ναυτικές σχολές] προέρχονται από την ενδοχώραν, ακόμη δε και από τας εσχατιάς της Ελλάδος (Σουφλίον, Διδυμότειχον, Κομοτηνή, Φάρσαλα κ.λπ.)», ενώ χαρακτηριζόταν «υποτυπώδης η εκπροσώπησις των κατ’ εξοχήν ναυτικών περιοχών».

Έτσι, λοιπόν, για να ενισχυθεί η προσέλκυση νέων από τη βόρεια και τη δυτική Ελλάδα και για να περιοριστεί η πληγή της ενισχυόμενης μετανάστευσης των νέων προς ξένες χώρες σε αναζήτηση εργασίας, αποφασίζεται να ιδρυθεί, όπως όριζε ο Α.Ν., πρώτα μια σχολή ναυτικής προπαίδευσης στην Πρέβεζα, για την προσέλκυση των νέων της Ηπείρου προς το ναυτικό επάγγελμα, και ακολούθως σχολή ναυτικής προπαίδευσης στη Θεσσαλονίκη, και συγκεκριμένα στη Νέα Μηχανιώνα, με στόχο την προσέλκυση των νέων της Μακεδονίας και της Θράκης. Τον Σεπτέμβριο του 1968 αποφασίζεται να χρηματοδοτηθεί με ένα κονδύλι ύψους 1,3 εκατ. δρχ. μέσω του προγράμματος ανεγέρσεως Δημοσίων Σχολών Ναυτικής Εκπαιδεύσεως η αγορά «εκτάσεως προς ανέγερσιν της Δημοσίας Σχολής Προπαιδεύσεως Ναυτικών Εμπορικού Ναυτικού εις Θεσσαλονίκην», ενώ τον Ιανουάριο του 1969 θα έχουν προχωρήσει σημαντικά και οι σχετικές μελέτες για την ανέγερση των Σχολών Προπαιδεύσεως Πρεβέζης και Νέας Μηχανιώνας-Θεσσαλονίκης.

Σύντομα όμως θα ληφθεί η απόφαση να λειτουργήσει στη Νέα Μηχανιώνα όχι απλώς μια σχολή προπαίδευσης, αλλά ένα συγκρότημα ναυτικής εκπαίδευσης, «διότι εκτός της σχολής προπαιδεύσεως θα λειτουργή και η σχολή μηχανικών αναλόγου της του Ασπροπύργου εκτάσεως». Η ιστορία της Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού της Μακεδονίας είχε και επισήμως ξεκινήσει. Μάλιστα, η δημιουργία της σχολής θα πρέπει, θεωρούμε, να ιδωθεί και ως έμπρακτη απάντηση στο αγωνιώδες τότε (1968) αίτημα/υπόμνημα της Ενώσεως Ελλήνων Εφοπλιστών, όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο Ανδρέας Γ. Λαιμός, για δημιουργία «στελεχών των πλοίων, και εξ αυτών κυρίως των αξιωματικών μηχανής», που θα διέθεταν «μίαν εξαιρετικώς υψηλήν θεωρητικήν και τεχνικήν κατάρτισιν», και αυτό γιατί «το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας εξαρτάται κατά τον μέγιστον λόγον από την ικανότητα και την δυνατότητα των Ελλήνων ναυτικών ν’ ανταποκριθώσι πλήρως εις τας απαιτήσεις της ναυτικής τεχνολογίας».

Λόγω της έκτασης των εγκαταστάσεων που έπρεπε να κατασκευαστούν στη Νέα Μηχανιώνα, υπήρξε η ανάγκη να αυξηθούν και τα σχετικά κονδύλια που είχαν σε πρώτη φάση δεσμευτεί από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, τα οποία θα άγγιζαν τα σχεδόν 40.000.000 δρχ., ενώ αγοράστηκε «εις ωραίαν παραλιακήν τοποθεσίαν της Ν. Μηχανιώνας» και το οικόπεδο εντός του οποίου θα κατασκευαζόταν το συγκρότημα των σχολών. Σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια, «εκτός των διδακτηρίων και των αιθουσών ενδιαιτήσεως, προεβλέφθη η κατασκευή αιθουσών ψυχαγωγίας και κινηματογράφου, εργαστηρίων προσωπικού καταστρώματος και μηχανής, γηπέδων, εκκλησίας, ακόμη και λιμενίσκου διά την πρόσδεσιν των λέμβων, διά των οποίων οι φοιτούντες θα ασκούνται εις την κωπηλασίαν».

Τον Αύγουστο του 1970 είχε πλέον υποβληθεί προς έλεγχο και έγκριση στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων η μελέτη κατασκευής του συγκροτήματος. Τον Ιανουάριο του 1973 είχαν αποπερατωθεί πλέον τα έργα ανέγερσης των σχολών στη Νέα Μηχανιώνα, που βρίσκονταν σε απόσταση 32 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη, σε οικόπεδο 40 στρεμμάτων και με 10.000 τ.μ. στεγασμένους χώρους. Η δυναμικότητα της σχολής μηχανικών θα έφτανε τους 160 μαθητές, ενώ έως το 1977 θα είχαν αποφοιτήσει από αυτήν 150 σπουδαστές.

Όμως, η σχολή της Νέας Μηχανιώνας θα διευρυνθεί κι άλλο, καθώς με το ΠΔ 648/1975 αποφασίζεται να ιδρυθεί σε αυτήν και σχολή πλοιάρχων. Πλέον το όραμα να αποκτήσουν η Θεσσαλονίκη και η βόρεια Ελλάδα εν γένει ένα μεγάλο, σύγχρονο και πλήρες συγκρότημα ναυτικής εκπαίδευσης γινόταν πράξη.

Στα τέλη πια της δεκαετίας του 1970 η σχολή της Νέας Μηχανιώνας, η σημερινή Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Μακεδονίας, περιλάμβανε, όπως έγραφε ο Ξενοφών Αντωνιάδης στις σελίδες των Ναυτικών Χρονικών, «εκτεταμένας σχολικάς εγκαταστάσεις με 4 κύρια κτιριακά συγκροτήματα, διατιθέμενα ανά δύο διά την εκπαίδευσιν και την ενδιαίτησιν εσωτερικών μαθητών. Τα εκπαιδευτήρια, πλην των αιθουσών διδασκαλίας, διαθέτουν τεραστίους ισογείους χώρους τεχνικού και μηχανουργικού εξοπλισμού διά την επιτόπιον πρακτικήν εκπαίδευσιν των μαθητών. Οι κοιτώνες δύνανται να εξασφαλίσουν την ενδιαίτησιν υπερτετρακοσίων μαθητών, ενώ το χωριστόν αμφιθέατρον και τα ίδια κτίρια διοικήσεως και προσωπικού συμπληρούν την εικόνα του κτιριακού εξοπλισμού. Η γειτνίασις εξ άλλου με την Θεσσαλονίκην επιτρέπει την χρησιμοποίησιν ειδικευμένου διδακτικού προσωπικού εκ του πλουσίου επιτελείου των ανωτάτων και ανωτέρων σχολών της συμπρωτευούσης».

Έπειτα από αρκετά χρόνια προσπαθειών η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία θα αποκτήσουν τη δική τους δημόσια σχολή ναυτικής εκπαίδευσης, σε ένα απολύτως σύγχρονο και λειτουργικό κτιριακό συγκρότημα. Ο «Ασπρόπυργος του βορρά», όπως είχε χαρακτηριστεί τότε η σχολή της Νέας Μηχανιώνας, ήταν πλέον πραγματικότητα και επρόκειτο να αποτελέσει έναν ισχυρό πόλο έλξης για τους νέους ολόκληρης της βόρειας Ελλάδας που επιθυμούσαν να στραφούν προς το πολλά υποσχόμενο ναυτικό επάγγελμα, πραγματοποιώντας τις σπουδές τους σε σχολές που εγγυόνταν μια καθ’ όλα άρτια εκπαίδευση και τεχνική κατάρτιση.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Συμβολή της Ναυτιλιακής Εκπαίδευσης- Εβδομήντα Χρόνια από την Ιδέα Σύστασης Κεφαλαίου Ναυτικής Εκπαίδευσης», Ναυτικά Χρονικά, Αθήνα 2017, σελ. 147