Γ. Χαλάς: Στόχος η προσέλκυση και παραμονή νέων στο ναυτικό επάγγελμα

0

Του Γιάννη Χαλά, Γενικού Γραμματέα της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας

Το ναυτικό επάγγελμα, όπως είναι γνωστό, αποτελούσε ‒ιστορικά και παραδοσιακά‒ πόλο έλξης για τους νέους ανθρώπους, στην επιλογή της μελλοντικής επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας.

Η ανάπτυξη της μεγάλης ελληνικής ναυτιλίας, που σημειώθηκε κατά τη δεκαετία του ’70, με 4.000 πλοία υπό τη γαλανόλευκη και πληρώματα 120.000 Έλληνες ναυτεργάτες, αξιωματικούς και κατώτερα πληρώματα, προσέφερε όχι μόνο επαγγελματική αποκατάσταση, με σταθερή εργασία και υψηλές αποδοχές, αλλά ταυτόχρονα ιδιαίτερη κοινωνική καταξίωση και προβολή.

Στα χρόνια όμως που ακολούθησαν, προοδευτικά, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’90 και μετά, σημειώνεται σταδιακά μετασχηματισμός της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, με την αυξανόμενη παρουσία αλλοδαπών ναυτεργατών στα πλοία, που συνδυάστηκε ατυχώς και με τη φυγή των πλοίων από το ελληνικό νηολόγιο προς τις, γνωστές στον χώρο, σημαίες ευκαιρίας.

Άμεσο αποτέλεσμα των αρνητικών αυτών εξελίξεων ήταν η δραματική και κατακόρυφη μείωση των θέσεων εργασίας των Ελλήνων ναυτεργατών, που σήμερα αριθμούν περί τους 15.000 μόνο, χωρίς να ληφθεί από καμία κυβέρνηση της χώρας μας οποιοδήποτε κατάλληλο μέτρο για να ανασχεθεί η φθίνουσα πορεία του αριθμού του ελληνικού ναυτεργατικού δυναμικού.

Παρά το γεγονός ότι η συμβολή του Έλληνα ναυτεργάτη-φορέα της απαράμιλλης «ναυτοσύνης» είναι πανθομολογούμενη, εντούτοις αυτή η συνεισφορά του δεν έχει αναγνωριστεί, ως ώφειλε, μέχρι σήμερα.

Απόδειξη του γεγονότος αυτού αποτελεί η ύπαρξη δίκαιων από κάθε άποψη αιτημάτων, που ταλανίζουν το ναυτεργατικό δυναμικό της χώρας, τα οποία χρονίζουν και αναμένουν την επίλυσή τους, για τουλάχιστον τρεις και πλέον δεκαετίες.

Μεγαλύτερη όξυνση παρατηρήθηκε κατά την τελευταία οκταετία, όταν οι Έλληνες ναυτεργάτες, εν ενεργεία και συνταξιούχοι, υπέστησαν πρωτοφανή επίθεση στα δικαιώματά τους, εργασιακά και κοινωνικοασφαλιστικά, ως άμεσο αποτέλεσμα της υπαγωγής της χώρας σε διεθνή οικονομικό έλεγχο, που επέφερε η υπογραφή των αλήστου μνήμης διαδοχικών μνημονίων.

Επίσης, η ανεργία στις τάξεις των ναυτεργατών εκτοξεύτηκε σε πρωτοφανή και δυσθεώρητα ύψη, η οποία δυστυχώς και παρέμεινε αναλλοίωτη πληγή, πιστοποιώντας κατά τον πλέον αναμφισβήτητο τρόπο την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και την κατάργηση του κράτους προνοίας. Οι πάντες γνωρίζουν το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας, πλην όμως ουσιαστικά του στρέφουν την πλάτη.

Είναι γεγονός ότι θεμέλια της εμπορικής μας ναυτιλίας συνιστούν πρωτίστως η προσέλκυση και η παραμονή νέων στο ναυτικό επάγγελμα, καθώς και η εκπαίδευσή τους, στοιχεία που συγκροτούν μια αδιάσπαστη ενότητα, δεδομένου ότι έμψυχο δυναμικό ικανό να αντεπεξέλθει στις δύσκολες συνθήκες διεθνούς ανταγωνισμού, χωρίς την απαραίτητη υψηλού επιπέδου επαγγελματική κατάρτιση, βασιζόμενη σε διαρκώς ανανεούμενη εκπαίδευση, είναι αδύνατον να υπάρξει.
Τα στοιχεία αυτά η ΠΝΟ τα έχει κατ’ επανάληψη τονίσει στους διατελέσαντες υπουργούς Εμπορικής Ναυτιλίας, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα διαφύλαξης του δημόσιου χαρακτήρα της ναυτικής εκπαίδευσης, θεωρώντας την κατευθυντήρια δύναμη του εκπαιδευτικού συστήματος, και προτείνοντας μάλιστα με έμφαση τη δημιουργία σχολών για κάθε κλάδο, ιδιαίτερα για τα κατώτερα πληρώματα, που θα παρέχουν συνεχώς αναβαθμιζόμενη εκπαίδευση.

Αυτονόητη προϋπόθεση για επίτευξη των δύο θεμελιωδών στόχων, δηλαδή της προσέλκυσης νέων στο επάγγελμα του ναυτικού και της εκπαίδευσης, ήταν και είναι η παροχή από την πλευρά της πολιτείας κατάλληλων κινήτρων, όπως έχει κατ’ επανάληψη εξειδικεύσει η ΠΝΟ, δεδομένου ότι, υπό τις σημερινές αποτρεπτικές συνθήκες, ο ανθρώπινος παράγοντας, που πλαισιώνει το ναυτικό επάγγελμα, δεν ενθαρρύνεται να στραφεί προς αυτό. Ως εκ τούτου, η ελληνική ναυτιλία στερείται ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, το οποίο ιστορικά και παραδοσιακά υπήρξε ο στυλοβάτης αυτής.

Απόσπασμα από τo άρθρο του κ. Γιάννη Χαλά με τίτλο «Θεμέλια της εμπορικής μας ναυτιλίας συνιστούν η προσέλκυση και η παραμονή νέων στο ναυτικό επάγγελμα, καθώς και η εκπαίδευσή τους», Ναυτικά Χρονικά, Ιανουάριος 2019, σ. 84